Showing posts with label Μικρές ιστορίες. Show all posts
Showing posts with label Μικρές ιστορίες. Show all posts

Friday, 15 October 2010

Μπροστά σ’ένα ερείπιο…

Ήταν καλοκαίρι. Έκανε πολύ ζέστη και ο ήλιος έλαμπε στον καταγάλανο ουρανό. Έκανα βόλτα μόνη μου σ’αυτό το χωριό που επισκεπτόμουν με τους γονείς μου. Εκείνοι έμειναν στους φίλους μας, αλλά εγώ δεν είχα κάποιον για να συζητήσω. Έτσι αποφάσισα να κάνω αυτή τη βόλτα.

Χωρίς να το καταλάβω απομακρύνθηκα από το σπίτι. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι κοιτούσα το πιο όμορφο σπίτι που είδα ποτέ! Ήταν σε ερείπια. Κάποια κομμάτια τοίχου είχαν πέσει, αλλά από την όψη του μπορούσε κάποιος να καταλάβει ότι ήταν ένα πραγματικά αριστοκρατικό σπίτι.

Εξαιτίας των κομματιών του τοίχου που είχαν πέσει μπορούσες να δεις στο εσωτερικό του. Αυτό που μου έκανε περισσότερο εντύπωση ήταν το τζάκι, μάλλον γιατί η καμινάδα του δεν είχε καταστραφεί, ήταν σχεδόν άθικτη από το χρόνο! Αλλά ήμουν σίγουρη ότι σ’αυτό το τζάκι έκαιγαν παλιά ωραίες φωτιές. Στη συνέχεια είδα ότι το τζάκι βρισκόταν σε μια μεγάλη σάλα. Άρχισα να φαντάζομαι ότι ήταν μια σάλα χορού και ότι πολλοί σημαντικοί άνθρωποι έρχονταν με ωραίες ενδυμασίες και φορέματα και χόρευαν.

Φανταζόμουν λοιπόν ότι και εγώ επίσης ήμουν ένα από αυτά τα πολύ σημαντικά άτομα και ότι ήμουν ντυμένη με το πιο όμορφο φόρεμα και χόρευα. Όλος ο κόσμος με κοιτούσε. Όταν ήθελα να ξεκουραστώ μιλούσα με την κόρη του ιδιοκτήτη που ήταν η καλύτερή μου φίλη. Κοιτούσαμε και θαυμάζαμε όλους τους μαρκησίους και τις μαρκησίες και τους άλλους καλεσμένους.

Χωρίς να το καταλάβω είχαν ήδη περάσει δύο ώρες από την ώρα που είχα φύγει από το σπίτι των φίλων μας. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι η μητέρα μου στεκόταν πίσω μου και μου έλεγε ότι με έψαχνε και ότι ήταν ώρα να γυρίσουμε σπίτι μας. Όλα τα άτομα, οι μαρκήσιοι και οι μαρκησίες, εξαφανίστηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη. Το όνειρό μου τώρα είναι να επισκεφτώ για άλλη μια φορά αυτό το πολύ ωραίο σπίτι και γιατί όχι να βρω την ευκαιρία να μπω στο εσωτερικό και να ανακαλύψω και τους άλλους χώρους του.


Το συγκεκριμένο κείμενο το έγραψα στα 14-15 μου στα γαλλικά σαν απάντηση στο θέμα «Οι παλιές πέτρες μιλούν στη φαντασία μας. Διηγηθείτε τι αισθανθήκατε μπροστά στα ερείπια ενός σπιτιού, μιας εκκλησίας, ενός αρχαίου μνημείου της επιλογής σας». Έπεσε τυχαία στα χέρια μου τώρα καθώς έψαχνα κάτι σε ένα παλιό ντοσιέ και σκέφτηκα να το κάνω μια μετάφραση καθώς τα σχόλια της καθηγήτριας από κάτω ήταν «πολύ πρωτότυπο, ωραία φαντασία».


Wednesday, 13 October 2010

Όταν η πόλη κοιμάται...

Τα βήματα του Πέτρου γίνονταν ολοένα και πιο γοργά. Μια τέτοια υγρή νύχτα το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει το δυνατόν συντομότερο στη θαλπωρή του σπιτιού του. Καθώς περπατούσε έριχνε κλεφτές ματιές πάνω από τον ώμο του. Τέτοιες ώρες που η πόλη ήταν έρημη από κίνηση και αυτοκίνητα είχε την αίσθηση πάντα ότι κάποιος τον ακολουθούσε. Ίσως έφταιγαν οι μικρές ειδήσεις που διάβαζε καθημερινά… τσαντάκηδες, πορτοφολάδες, διαρρήκτες καραδοκούσαν σε όλες τις γειτονιές της πόλης. Είχαν μάλιστα αποθρασυνθεί και δεν «δρούσαν» πια μόνο τα βράδια, αλλά ακόμα και μέρα-μεσημέρι!

Καθώς είχε τα χέρια του μέσα στις τσέπες του παλτού του για να τα προστατεύει από το κρύο σκέφτηκε ότι η πόλη αυτή που τόσο αγαπάει είχε αρχίσει να γίνεται αφιλόξενη. Πριν από μια δεκαετία δεν ήταν έτσι. Θυμήθηκε πως όταν γυρνούσε από τα κλαμπ και τα μπαράκια ποτέ δεν ένιωσε φόβο ό,τι ώρα κι αν ήταν. Ή ίσως ήταν η άγνοια κινδύνου λόγω του νεαρού της ηλικίας του τότε;

Οι δρόμοι ήταν υγροί από τη βροχή που είχε ρίξει νωρίτερα και τα φώτα των δρόμων αντανακλούσαν στα λιμνάζοντα νερά εδώ κι εκεί. Καθώς πλησίαζε στο σπίτι του κοντοστάθηκε σε μια κολώνα και χάζεψε μια πολυκατοικία στην απέναντι μεριά της λεωφόρου. Τέτοια ώρα τα περισσότερα φώτα ήταν σβηστά και πολλά παντζούρια κατεβασμένα. Σε δυο-τρία διαμερίσματα κάποιες τηλεοράσεις παρέμεναν αναμμένες και οι εναλλαγές των εικόνων έκαναν τα αντικείμενα μέσα στα διαμερίσματα να χορεύουν. Άραγε οι ιδιοκτήτες τους είχαν αϋπνίες, ήταν ξενύχτηδες ή απλά είχαν αποκοιμηθεί μπροστά στη μικρή οθόνη; Άλλου ένα ψυγείο άνοιγε και φάνηκε το φως της πόρτας του καθώς μια κοπέλα πήγαινε να ξεγελάσει τη δίψα της.

Ένα ψυχρό αεράκι σήκωσε τα φύλλα που ήταν πεσμένα στο πεζοδρόμιο και ο Πέτρος ένιωσε ένα ρίγος, μια ανατριχίλα. Δεν ήταν η ώρα να κάθεται να παρατηρεί τις οικοδομές. Συνέχισε την πορεία του και σε δυο λεπτά βρισκόταν στην είσοδο του σπιτιού του. Καθώς γυρνούσε το κλειδί στην κλειδαρότρυπα η προσμονή του να μπει μέσα ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Με το που άνοιξε η πόρτα, η ζέστη τον πλημμύρισε και χαμογέλασε. Κρέμασε το παλτό του στην κρεμάστρα πίσω από την πόρτα και κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Στον καναπέ την είχε πάρει ο ύπνος. Την φίλησε τρυφερά στο μέτωπο, τη σήκωσε και την έβαλε στο κρεβάτι τους. Φόρεσε τις πυτζάμες του και ξάπλωσε στο πλάι της, χαμογελώντας από ευτυχία!

Tuesday, 12 October 2010

Ήχοι ή χρώματα;

Η Αριάδνη καθόταν στο παγκάκι της παραλίας και αγνάντευε τη θάλασσα. Αν και τέλη Ιανουαρίου ο καιρός ήταν ανέλπιστα καλός και στον αέρα πλανιόταν μια μυρωδιά άνοιξης. Ήταν οι γνωστές αλκυονίδες μέρες και τέτοιες μέρες το σπίτι δεν την κρατούσε. Ήθελε να βρίσκεται στο πλακόστρωτο της παραλίας και κοιτώντας τη θάλασσα ένα αίσθημα γαλήνης την πλημμύριζε. Οι σκέψεις της, τα όποια προβλήματά της, η καθημερινότητα, φαίνονταν πολύ μακριά όταν βρισκόταν σ’αυτό το αγαπημένο της σημείο. Απλά το μυαλό της άδειαζε και ευχαριστιόταν το ελαφρύ αεράκι που φυσούσε το πρόσωπο και τα μαλλιά της.

Ξάφνου, είδε ένα νεαρό ζευγάρι να περπατάει μπροστά της και να μιλάει χαρούμενα με σήματα των χεριών. Το βλέμμα της καρφώθηκε επάνω τους για μια μόνο στιγμή, αλλά ο χρόνος για αυτή τη στιγμή πάγωσε! Ήταν σαν αυτή να ήταν μέρος μιας ταινίας και κάποιος είχε πατήσει την παύση σε όλα όσα συνέβαιναν γύρω της, εκτός από την ίδια. Ξαφνικά δεν υπήρχε ήχος… δεν ακούγονταν πια οι γλάροι, το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα πίσω από το παγκάκι, ο παφλασμός των κυμάτων της θάλασσας, ο μακρινός ήχος των αυτοκινήτων από το δρόμο, τα γέλια των παιδιών που έπαιζαν στο διπλανό πάρκο, οι ρόδες των ποδηλάτων που έτρεχαν!

Εκείνη τη στιγμή η σκέψη της έφυγε ακόμα πιο μακριά… πώς θα ήταν όχι απλά να μην ακούει κανείς τους ήχους της πόλης ή της εξοχής αλλά να μην έχει ακούσει ποτέ ούτε ένα τραγούδι; Η μουσική ήταν η μεγάλη της αγάπη από νεαρή ηλικία, πάντοτε φρόντιζε να είναι ενήμερη για τις νέες επιτυχίες και λάτρευε από μικρή να χορεύει μέσα στο δωμάτιό της χοροπηδώντας στο πάτωμα και στο κρεβάτι της. Άλλες φορές πάλι αρεσκόταν στο να βάζει μελωδικές μπαλλάντες και να μελαγχολεί και να βουρκώνει και να εύχεται να γνωρίσει στο μέλλον τη μεγάλη αγάπη για την οποία μιλούσαν όλα αυτά τα ρομαντικά τραγούδια!

Με αυτές τις σκέψεις κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αν είχε να διαλέξει ανάμεσα στα δύο θα προτιμούσε να είναι τυφλή παρά κουφή! Κι όμως την ώρα που το σκέφτηκε αυτό, το μετάνιωσε την ίδια στιγμή! Πώς θα ήταν δυνατόν να μη θαυμάζει το απέραντο μπλε της θάλασσας που τόσο αγαπάει; Να μην έχει δει ποτέ τα υπέροχα χρώματα του καλοκαιρινού ηλιοβασιλέματος; Να μην έχει απολαύσει την πανδαισία των αποχρώσεων μιας φθινοπωρινής ημέρας ή ενός λιβαδιού στις αρχές της άνοιξης; Όχι, η ακοή και η όραση είναι εξίσου σημαντικές, αν και μέσα της σε ένα ζυγό πάντα η ακοή θα έγερνε λίιιγο περισσότερο.

Το ζευγάρι προχώρησε συνεχίζοντας τη βόλτα του και ο χρόνος ξεπάγωσε. Το βλέμμα της χάθηκε και πάλι στον ορίζοντα που τη συγκεκριμένη μέρα ήταν απίστευτα καθαρός. Τα βουνά απέναντι διακρίνονταν περισσότερο από ποτέ, μέχρι και οι χιονισμένες τους κορυφές φαίνονταν πεντακάθαρες!

Το κινητό της δονήθηκε στη μέσα τσέπη του μπουφάν της. Όταν βρισκόταν στην παραλία δεν ήθελε να έχει ποτέ ήχο στο κινητό της, πίστευε ότι χαλούσε τη μαγεία της στιγμής, την ηρεμία που επικρατούσε δίπλα στη θάλασσα. Το έβγαλε από την τσέπη της και χαμογέλασε. Διαπίστωσε ότι η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να επιστρέψει στο σπίτι. «Είναι ώρα για φαγητό, έρχεσαι;». «Ναι, σε 5 λεπτά είμαι εκεί αγάπη μου!»